Μόνος ολομόναχος




Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Από τις ιστορίες της καρμανιόλας. Η Πριγκίπσσα Σίσσυ


Τω καιρώ εκείνω,  η Ελισσάβετ φον Βίτελσμπαχ (από το σόι των Βιτελσβάχων, από το οποίο καταγόταν και ο Οθωνας), Αυτοκράτειρα της Αυστρίας και Βασίλισσα της Ουγγαρίας, της Βοημίας και της Κροατίας (γνωστή σήμερα ως Πριγκίπισσα Σίσσυ), επισκέφθηκε ινκόγκνιτο το Ναύπλιο. 
 Η λευκή θαλαμηγός είχε ρίξει άγκυρα ανοιχτά του λιμανιού του Ναυπλίου και οι ντόπιοι, που περιδιάβαιναν την παραλία της πόλης, εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό του Νοεμβρίου του έτους 1888, αναρωτιόντουσαν  ποιος διάσημος βρισκόταν εκεί. Η κομψή θαλαμηγός ονομαζόταν Μιραμάρ και στον ιστό της κυμάτιζε η Αυστριακή σημαία. Η εκπληκτικής ομορφιάς Σίσσυ επισκέφθηκε τις αρχαιότητες της Αργολίδας, την Τίρυνθα, τις Μυκήνες , το Αργος. Συνοδοί της ήσαν μεταξύ των άλλων ο Βαρώνος Νόπσκα, ο Ναυπλιεύς δικηγόρος Νικ. Δημητρακόπουλος που εκτελούσε χρέη Προξένου της Αυστροουγγαρίας και ο πολύγλωσσος και συγγραφέας Ιωάννης Θερμογιάννης, γιος του ξενοδόχου Νικολάου Θερμογιάννη, που είχε το ξενοδοχείο του εκεί που σήμερα είναι το εστιατόριο "ΕΛΛΑΣ". Οι Ελληνες συνοδοί αρχικά  θεωρούσαν ότι συνόδευαν την κόμισσα Καζίνη και όχι την αυτοκράτειρα της τότε υπερδύναμης Αυστροουγγαρίας. Μέχρις ότου ο Ιωάννης Θερμογιάννης, αντελήφθη ότι η μεσόκοπη πανέμορφη κυρία που συνόδευε ήταν όχι μια απλή αριστοκράτισσα, αλλά αυτή η ισχυρή κυρία του κόσμου όλου, κάτι σαν την κυρία Ομπάμα της σήμερον εποχής.
Αυτή είναι μία ιστορία που συνδέει τη γνωστή όμορφη πριγκίπισσα, που πολύ αργότερα  την υποδύθηκε στη μεγάλη οθόνη, η πανέμορφη ηθοποιός Ρόμυ Σνάιντερ, με την πόλη του Ναυπλίου.


Η πραγματική Σίσσυ


Και η ηθοποιός που την υποδύθηκε

Αλλά η Πριγκίπισσα συνδέεται με την πόλη μας, έστω κα εμμέσως, και με ένα άλλο συμβάν.
Δύο μήνες  μετά την επίσκεψή της Ελισάβετ στην πόλη μας έγινε ένα τραγικό γεγονός. Στις 30 Ιανουαρίου 1889 ο μονάκριβος γιος της Ελισάβετ και του Φραγκίσκου Ιωσήφ, ο Ροδόλφος δεν άντεξε να υπακούσει την εντολή του πατέρα του και να εγκαταλείψει τον παράνομο και παράφορο ερωτικό δεσμό του και να επιστρέψει στη σύζυγό του και έτσι αφαίρεσε ο ίδιος τη ζωή του στο βασιλικό κυνηγετικό περίπτερο στο Δάσος του Μάγιερλινγκ, αφού πρώτα είχε σκοτώσει την ερωμένη του, την μόλις  17χρονη Μαρία Βετσέρα.  Ο πιο ισχυρός για την εποχή Άνακτας, ο μονάρχης της Αυστροουγγαρίας, με  τη θλιμμένη σύζυγό του Ελισάβετ  βρέθηκαν στην Κέρκυρα, όπου είχαν κτίσει το παλάτι του Μον Ρεπό. Η Σίσσυ άρχισε να ζει όλο και περισσότερο χρόνο στην Κέρκυρα προκειμένου να βρίσκεται μακριά από τους τόπους που της θύμιζαν τον Ροδόλφο της. Μια μέρα  το αυτοκρατορικό ζεύγος είχε αφήσει το  Μον Ρεπό και βρέθηκε στην πόλη της Κέρκυρας  για βόλτα με την πολυτελή άμαξα.  Τότε, λέγεται, μπροστά στα μάτια των μοναρχών, έγινε ένα φονικό. Τρία άτομα επιτέθηκαν και μαχαίρωσαν έναν Κορφιάτη και αμέσως τράπηκαν σε φυγή. Η αστυνομία του νησιού θεώρησε καθήκον της να διαλευκάνει το έγκλημα. Έτσι συνέλαβε τρεις μικροκακοποιούς, οι οποίοι όμως επέμεναν ότι δεν έχουν καμία σχέση με το φονικό. Όμως έπρεπε να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Δεν ήταν δυνατόν να έχει γίνει ένας φόνος μπροστά στον Φραγκίσκο Ιωσήφ και στη Ελισάβετ, οι οποίοι μόλις πριν από λίγο καιρό είχαν χάσει με τραγικό τρόπο τον μονάκριβο γιο τους και διάδοχο του θρόνου στην τραγωδία του Μάγιερλινγκ, και οι δολοφόνοι να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Οι άτυχοι χαρτοκλέφτες και μικροαπατεωνίσκοι πέρασαν από δίκη, καταδικάσθηκαν σε θάνατο και μεταφέρθηκαν στο Ναύπλιο, όπου τους περίμενε η καρμανιόλα.
Την ημέρα της δημόσιας εκτέλεσης των καταδικασθέντων, ένα μεγάλο πλήθος Αναπλιωτών είχε εγκαταλείψει την πόλη, προκειμένου να παρακολουθήσει το αποτρόπαιο γεγονός. Μεταξύ αυτών και ο πατέρας ηλικιωμένου σήμερα Αναπλιώτη, ο οποίος και μου περιέγραψε την καρατόμηση των τριών, όπως την είχε ακούσει από τον αυτόπτη και αυτήκοο πατέρα του.
Τους υπό καρατόμηση τους έδεναν πρώτα σε όρθια θέση και αφού τους επέτρεπαν να πουν μια τελευταία ευχή, έναν τελευταίο λόγο, μια τελευταία κατάρα, μετά ο Εισαγγελέας που είχε τη γενική ευθύνη, έδινε το πρόσταγμα στο δήμιο, ο οποίος με ειδικό χειρισμό, έθετε σε λειτουργία το μηχανισμό της καρμανιόλας, ώστε να έλθει ο μελλοθάνατος σε οριζόντια θέση και μετά ελευθέρωνε το λεπίδι για την κοπή του κεφαλιού, που έπεφτε, μόνο του και χώρια πλέον από το σώμα, στον ντορβά.
Έφθασε η ώρα του πρώτου από τους θεωρούμενους ως δολοφόνους του φονικού που έγινε μπροστά στα μάτια των αυτοκρατόρων.
"Έχεις να δηλώσεις κάτι;", ρώτησε ο Εισαγγελέας
"Θα σκοτώσετε έναν άνθρωπο που δεν διέπραξε το έγκλημα" φώναξε αυτός με όλη τη δύναμη των πνευμονιών του και του αέρα που απέμενε μέσα του.
"Δήμιε επί το έργον", έδωσε την εντολή ο Εισαγγελέας και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το κεφάλι είχε αποχωρισθεί από το σώμα.
Και ο δεύτερος των μελλοθανάτων δήλωσε με στριγγή φωνή, "Είμαι αθώος". Πάει και αυτός.
Αλλά και ο τρίτος τα ίδια: "Αλήθεια σας λέγω δεν σκότωσα τον άνθρωπο όπως με κατηγόρησαν". 
Τρία κεφάλια κομμένα. Κανείς δεν ομολόγησε, έστω και την τελευταία στιγμή. Κανείς δεν ζήτησε συγχώρεση από το θεό, όπως έκαναν τόσοι άλλοι λίγες στιγμές πριν από τον θάνατο. Κανείς δεν είπε κάτι για την οικογένεια του, να αφήσει μια εντολή, να κλάψει να πει έναν λόγο παρηγορητικό, να ζητήσει έναν παπά. Και οι τρεις δήλωσαν ακόμα και την ύστατη στιγμή αθώοι.
Ήταν μία παράξενη, οδυνηρή στιγμή για τους πάντες. Για τον Εισαγγελέα, τη φρουρά, το δήμιο που είχε διαπράξει τόσες και τόσες αφαιρέσεις ζωών, αλλά και για τους εκατοντάδες αυτόπτες Ναυπλιείς.
Είναι απολύτως βέβαιο ότι σήμερα οι δολοφόνοι του Κορφιάτη  δεν είναι στη ζωή. Εάν ήσαν ζωντανοί θα ήσαν πάνω από 150 ετών ο καθένας τους.  Πάντως κατά πάσα πιθανότητα ετάφησαν με το κεφάλι τους συνδεδεμένο με το σώμα τους και ίσως έζησαν μέχρι τα βαθιά γεράματα.
Η Δικαιοσύνη τότε, μάλλον, δεν απενεμήθη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου