Μόνος ολομόναχος




Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

Ο Θάνος


Και να που φτάσαμε εδώ Χωρίς αποσκευές Μα μ' ένα τόσο ωραίο φεγγάρι Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες ούτε ένα κεφαλαίο να γράψεις ακόμα Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη Βέβαια αγάπησε τα ιδανικά της ανθρωπότητας, αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα Σκληρός, άκαρδος κόσμος, που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα πάνω απ' το δέντρο που βρέχεται Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα για να πεθαίνουν κι αλλού και την απληστία για να μένουν νεκροί για πάντα
Αλλά καθώς βραδιάζει ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο συνηγορεί για όλη την ανθρωπότητα Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη Καθώς μένω στο δωμάτιο μου, μου 'ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες Φοράω το σακάκι του πατέρα κι έτσι είμαστε δυο, κι αν κάποτε μ' άκουσαν να γαβγίζω ήταν για να δώσω έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη
Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη μ' ένα άστρο ή μ' ένα γιασεμί σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει παίρνει το μέρος των φτωχών Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη! Δως μου το χέρι σου.. Δως μου το χέρι σου..





Η πρώτη ιστορία μας.
Η κηδεία
Ήταν ένας άνθρωπος με ιδιαίτερος πάθος για το χώμα, το χωράφι, το φυτό, το δένδρο.
Ρουφούσε την γη με όλες τις αισθήσεις του. Τον είχα πιάσει αρκετές φορές να μυρίζει το χώμα, να χαϊδεύει τις φραουλιές, να ακούει το θρόισμα των φύλλων.
Ο εραστής αυτός αγρότης ήταν επόμενο να κάνει μεγάλα άλματα.
Τότε όμως, την εποχή που διαδραματίζεται ηπρώτη  ιστορία που σας διηγούμαι,  θέλησε να κάνει βήματα έξω από όλες τις ερωμένες του, τις πορτοκαλιές του.
Εμπόριο και εξαγωγές. Έξω από τα νερά του.
Και τότε πεθαίνει η κυρία Γεωργία. Η μαμά του. Αυτός ο γλυκός άνθρωπος.
Μαζευτήκαμε στο σπίτι.
Εγώ δεν κατάλαβα τότε. Και δεν είπε τότε τίποτα. Ήταν υπερήφανος άνθρωπος
Αργότερα  μου τα διηγήθηκε ο Θανάσης.
Είχε τις προηγούμενες μέρες δαπανήσει και το τελευταίο χρηματικό του απόθεμα για να είναι εντάξει προς τους εργαζόμενους της επιχείρησης. Δεν είχε μία για την κηδεία.
Κοιμήθηκε μια ώρα.
Το πρωί που ξύπνησε βρήκε στην τσέπη του παλτού του (χειμώνας πρέπει να ήταν) ένα σεβαστό χρηματικό ποσό που αρκούσε για την κηδεία, αλλά και να είναι άρχοντας στο χωριό, κερνώντας τους χωριανούς και φίλους που θα πήγαιναν στην κηδεία να συμπαρασταθούν. Διότι όλη η οικογένεια του Θανάση ήσαν άρχοντες. Και η αρχοντιά δεν έχει να κάνει το παραμικρό με καταγωγές και άλλα.
Τα επόμενα χρόνια όταν ο Θάνος ανέκαμψε και πλέον έγινε κυρίαρχος αγρότης στην περιοχή με τα βιολογικά του, τα συσκευαστήρια για τα δικά του προϊόντα, τις πωλήσεις σε αλυσίδες και σούπερ μάρκετς, με την μονάδα σαλατών και λοιπά πολλά πολλά πολλά, βοηθούσε πάντα εκεί που θεωρούσε την πηγή της ανώνυμης βοήθειας που είχε την δύσκολη μέρα του θανάτου της μαμάς του.

Η δεύτερη ιστορία μας
Ο Αλέξης
Και είχε και τον Αλεξάκη, τον γλυκό αδελφό του να φροντίζει. Και τον έβγαλε από το Ίδρυμα. Και πέρασε καλά και ευτυχισμένα χρόνια ο Αλέξανδρος δίπλα στον Θανάση και την οικογένεια.
Και την κυρία, που δεν θυμάμαι τώρα το όνομά της, που με κάποιο μυστήριο τρόπο ήταν η φίλη του Αλεξάκη, την φρόντιζε ο Θάνος. Και πήγαινε στην Αθήνα να της πάει φαγητό όταν πλέον δεν μπορούσε να φροντίζει τον εαυτό της. Και την είχε στα όπα όπα διότι ήταν η φίλη του αδελφού του. Και αυτός επιμελήθηκε για την κηδεία της. Και τότε εμφανίσθηκαν για πρώτη φορά κάτι ανίψια που νόμιζαν ότι ο άρχοντας εποφθαλμιούσε την περιουσία της. Τι ζούγκλα αυτή η ανθρωπότης!!

Η τρίτη ιστορία μας
Ο φονιάς του χωριού.
Είχε συμβεί αυτό το φονικό πριν πολλά πολλά χρόνια στο χωριό. Τον σκότωσε τον συγχωριανό για κάτι απιστίες. Φόνος τιμής. Και ο φονιάς έμεινε πολλά χρόνια μέσα. Και σαν βγήκε από την φυλακή, ήταν μόνος στον κόσμο. Και μόνον ο Θάνος τον φρόντισε τον γέροντα. Τον κοιτούσε με μισό μάτι το χωριό που φρόντιζε τον φονιά. Και στον οικογενειακό τάφο  τον έθαψε. Διότι ήταν ένας άνθρωπος που ούτε ένα μέτρο γης δεν είχε για να μπει μέσα μετά την μίζερη ζωή

Η τέταρτη ιστορία μας
Ο λαχανόκηπος
Εννοείται ότι πήγαινε κάθε είδους φρέσκο λαχανικό και φρούτα στα συσσίτια.
Αλλά μια μέρα με παίρνει τηλέφωνο και μου ζητάει τέσσερα στρέμματα από ένα κτήμα που είχα για να κάνει λαχανόκηπο για τους φτωχούς που πήγαιναν στα συσσίτια.
Το σκεπτικό του ήταν ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να αφήνονται. Πρέπει να είναι ενεργοί.
Αυτός θα τα οργάνωνε όλα. Θα έβαζε την τεχνογνωσία, τα εργαλεία, τα τρακτέρ. Εγώ το χωράφι.
Η κοινωνία όμως και πάλι αδιαφόρησε. Ο Θάνος συνέχισε βεβαίως να προσφέρει.
Ήθελε να δωρίσει αποχυμωτές σε όλα τα σχολεία και να πίνουν χυμό από βιολογικά πορτοκάλια τα παιδάκια. Και εκεί χτύπησε τα συμφέροντα.

Η πέμπτη ιστορία μας..... η έκτη ιστορία μας..... η έβδομη ιστορία μας.....
Πόσες ακόμα να πω; Αν με δείτε και αναρωτηθείτε λιγάκι ρωτήστε με με ποιον φίλο του στεναχωρήθηκε περισσότερο. Στο μιλητό μόνον θα σας πω. Οχι δημόσια. Και θα σας πω και τον λόγο

Η τελευταία ιστορία μας
Εκλογές
Αδιέξοδο η παράταξη στον δήμο Μηδέας.
Σε ποιον θα απευθυνθούμε; Στον Θάνο βεβαίως. Αγαπούσε πολύ και τον Μπάμπη.
"Θα βάλω υποψηφιότητα αλλά όχι μόνον για να συμπληρώσουμε. Θα προσπαθήσουμε να κάνουμε δουλειά με τους αγρότες. Θα αγοράσω μικρό αυτοκινητάκι και θα γυρίσουμε όλα τα χωριά να τους δείξουμε ότι μπορούν και αυτοί να πάρουν τις τύχες στα χέρια τους. να οργανωθούν . Να πιστοποιήσουν τα Προϊόντα τους. Να τα συσκευάσουν καλύτερα."
Αυτό ήθελε όταν μας είπε αμέσως το ναι ότι θα συμμετάσχει.
Μην μου ξαναπείτε ποτέ, ότι οι πολιτικοί φταίνε.
Εσείς φταίτε. Μόνον εμείς. Αποκλειστικά η κοινωνία
Είναι δυνατόν ποτέ έναν τέτοιο άνθρωπο να μην τον ψηφίσετε;
Η μοίρα της χώρας είναι συνδεδεμένη με το γλύψιμο της κοινωνίας σε αυτούς που έχουν την δύναμη. Δεν θέλουμε ανθρώπους που θα σας πουν να πράξετε το δύσκολο και να προσπαθήσετε να πάρετε τις τύχες στα χέρια σας.

Για σου ρε Θανάση.
Αν βρεθείτε ποτέ εκεί στο Αργολικό κάντε μια βόλτα μέχρι το νεκροταφείο του χωριού. Θα μείνετε έκθαμβοι με τον τάφο του.
Λουλουδιασμένος πάντα

Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη
Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη μ' ένα άστρο ή μ' ένα γιασεμί σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει παίρνει το μέρος των φτωχών