Μόνος ολομόναχος




Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Μ π ο λ ι β ά ρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.

Μέχρι την Κυριακή πρέπει να έχει υπογραφεί η συμφωνία και να έχει ψηφιστεί στο Κοινοβούλιο.
Μέχρι την Κυριακή πρέπει να είμαστε όλοι πιστότατοι οπαδοί του Τσίπρα.
Μέχρι την Κυριακή θα πρέπει να σιωπήσει το ιστολόγιό μου ή άλλως.........

Άλλως μπορώ να ασχοληθώ με ποίηση.
Συνδυάζοντάς την με τοπικά θέματα


Ίσως οι περισσότεροι να έχετε ακούσει ή αναγνώσει τον γνωστό στίχο του Εγγονόπουλου.

"Μ π ο λ ι β ά ρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας."


Ίσως να έχετε παραξενευτεί και από το επιμύθιο του ποιήματός του με τίτλο "Μπολιβάρ".

"Σ τ ρ α τ η γ έ
τ ι  ζ η τ ο ύ σ ε ς  σ τ η  Λ ά ρ ι σ α
σ υ
έ ν α ς 
Υ δ ρ α ί ο ς;"

Ίσως και να έχετε συγκινηθεί με  τα λόγια ελευθερίας που έγραψε ο ποιητής μέσα στην Κατοχή.

"Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους, για τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γενναία, τα δυνατά,
Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή, γι’ αυτούς τα δάκρυα,
γι’ αυτούς οι φάροι, κι’ οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια.......

Μ π ο λ ι β ά ρ !  Όνομα από μέταλλο και ξύλο, είσουνα ένα λουλούδι μέσ’ στους μπαχτσέδες της Νότιας Αμερικής.
Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μέσ’ στην καρδιά σου, μέσ’ στα μαλλιά σου, μέσα στο βλέμμα σου.
Η χέρα σου είτανε μεγάλη σαν την καρδιά σου, και σκορπούσε το καλό και το κακό.
Ροβόλαγες τα βουνά κι’ ετρέμαν τ’ άστρα, κατέβαινες στους κάμπους, με τα χρυσά, τις επωμίδες, όλα τα διακριτικά του βαθμού σου......


Μ π ο λ ι β ά ρ !  Κράζω τ’ όνομά σου ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού Έρε,
Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κει κάτω, πέρα απ’ τη Μονεβασιά, το τρανό Μισίρι,
Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της Νικαράγκουα, του Οντουράς, της Αϊτής, του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας, της Κολομβίας, του Περού, της Βενεζουέλας, της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας, Ουρουγουάη, Παραγουάη, του Ισημερινού,
Ακόμη και του Μεξικού.
Μ’ ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ’ όνομά σου πάνω στην πέτρα, νάρχουνται αργότερα οι ανθρώποι να προσκυνούν.
Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω - έτσι είτανε, λεν, ο Μπολιβάρ - και παρακολουθώ
Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο."


Αν και Αναπλιώτες όμως, πολύ λίγοι  θα γνωρίζετε τους εκπληκτικούς στίχους του ιδίου ποιήματος του Εγγονόπουλου, που σχετίζονται με την κάποτε σπουδαία πόλη της Ελληνικής Επανάστασης, που δυστυχώς  κατάντησε μία πόλη μικροαστών. 


"Μετά την επικράτησιν της νοτιοαμερικανικής επαναστάσεως στήθηκε στ’ Ανάπλι και τη Μονεμβασιά, επί ερημικού λόφου δεσπόζοντος της πόλεως, χάλκινος ανδριάς του Μπολιβάρ. Όμως, καθώς τις νύχτες ο σφοδρός άνεμος που φυσούσε ανατάραζε με βία την ρεντιγκότα του ήρωος, ο προκαλούμενος θόρυβος είτανε τόσο μεγάλος, εκκωφαντικός, που στέκονταν αδύνατο να κλείση κανείς μάτι, δεν μπορούσε να γενή πλέον λόγος για ύπνο. Έτσι οι κάτοικοι εζήτησαν και, διά καταλλήλων ενεργειών, επέτυχαν την καταδάφιση του μνημείου."

Κατεδαφίσαμε λοιπόν το μνημείο του Μπολιβάρ, υποστείλαμε τον αγώνα της ανεξαρτησίας, μόνο και μόνο διότι ο θόρυβος της ελευθερίας ενοχλούσε τον μικροαστισμό μας. 
Που να ήξερε όμως  ο ποιητής, όταν έγραφε τους αλληγορικούς του στίχους για τους Ναυπλιώτες, ότι ίσως δεν υπάρχει καμία αλληγορία, καμία μεταφορική έννοια στις "αϋπνίες" μας που μας ανάγκασαν στην κατεδάφιση. 
Και όμως ο μικροαστισμός μας συνετέλεσε στο να σιγεί το ρολόι της πόλης κατά τας μικράς ώρας για να μην ταράζεται η νιρβάνα μας, να μην ενοχλούνται οι ακουμπούντες χρήματα πελάτες μας. Και όπως εύστοχα έγραψε εις εν Φινλανδία διαβιών Ναυπλιώτης  φίλος μου, που ανυπομονεί να έλθει το θέρος στο Ναύπλιο για να ακούσει εκ νέου το ρολόι  μας κατά τις μετά των  φραπογαλίων αραχτές μεγάλες ώρες, ουδείς εν Λονδίνω έχει διανοηθεί να μην κτυπά καθ΄όλο το 24ωρο το ρολόι στον Πύργο της Ελισάβετ, γνωστόν ως "Μεγάλο Κουδούνι" ή Αγγλιστί Big Ben. Αλλά εμείς εδώ οι κατεδαφίσαντες το μνημείο του Μπολιβάρ, λόγω της ενοχλήσεως που προκαλούσε ο εκκωφαντικός θόρυβος της ρεντιγκότας του ήρωος, δεν αντιδρούμε στο ότι το σπουδαίο ρολόι μας δεν βαράει τις μικρές ώρες για να ξυπνάει τους κανονικά εργαζόμενους πολίτες και να αφυπνίζει τους εν ευκολίαις διαβιούντες.

Και επ΄ ευκαιρία μία άλλη ιστορία θα σας πω για ένα άλλο λησμονημένο μνημείο, που βρίσκεται εδώ και 21 έτη στην πόλη του Ναυπλίου. 
Στην Γεωργία εμφύλιος. 
Οι κάτοικοι υποφέρουν.
Το Πότι, σπουδαίος λιμήν στη Μαύρη θάλασσα, αδελφή πόλη του Ναυπλίου, στο επίκεντρο της διακεκαυμένης ζώνης.
Το Ναύπλιο αδιαφορεί.
Και όμως οι άνθρωποι εκεί αντί να λάβουν βοήθεια προσφέρουν σε εμάς ένα μνημείο για τις χαμένες πατρίδες.
Το απέστειλαν μάλιστα με δικά τους έξοδα με μεγάλο φορτηγό όχημα.
Κατάκοπος καταφθάνει ο οδηγός από το μεγάλο ταξείδι.
Και ο μύθος λέει ότι το Ναύπλιο τον άφησε στην τύχη του να κοιμηθεί μέσα στην νταλίκα. Ντροπή.........
Και σήμερα; 
Σήμερα το Πότι έχει περιπέσει σε κατάσταση μίας  συλλογικής μας λήθης. 
Από την άλλη αλληλεγγύη απαιτούμε σήμερα.
Εμείς οι ανάδελφοι.




Αλήθεια;
Έχετε αναρωτηθεί ποτέ ότι μόνον στην Ελλάδα τα ηρώα και τα μνημεία των πεσόντων, πολλές φορές αποπνέουν πέραν της ανάτασης προς τον ουρανό και της τραγικότητας της φιγούρας ή του γλυπτού και μία αίσθηση χαρμολύπης;
Όσο και αν η θλίψη είναι κυρίαρχη για την απώλεια ανθρώπινων ζωών, από την άλλη όμως, όταν ο θάνατος ισοδυναμεί με θυσία για μεγάλα ιδανικά, δεν μπορεί παρά να προκαλεί και συναισθήματα ανάτασης.
Μ π ο λ ι β ά ρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας και ας κατεδαφίσαμε εμείς οι Ναυπλιώτες το μνημείο σου, διότι ο σφοδρός άνεμος ανατάραζε τη ρεντιγκότα σου. Και ας τον αφήσαμε τον Γεωργιανό οδηγό να κοιμηθεί στο φορτηγό. Και ας σιωπά το ρολόι τις μικρές ώρες. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου