Μόνος ολομόναχος




Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

Αυτή ήταν η θεία μου Ευδοκία Καραπαύλου


Ήταν ακόμα νύχτα. Δεν είχε ξημερώσει η 28η Οκτωβρίου.
Τα παιδιά δεν είχαν ξυπνήσει να πάνε σχολείο για το καθημερινό τους μάθημα.
Βλέπετε, τις δύσκολες εκείνες μέρες, ουδείς τολμούσε να αναφέρει καν την ημέρα της έναρξης του νικηφόρου αγώνα κατά των Ιταλών.
Και εκείνο το πρωινό, θόρυβοι δυνατοί ακούστηκαν στο νεοκλασικό αρχοντικό στην παλαιά πόλη του Ναυπλίου.
Κάποιοι κτυπούσαν δυνατά και με μανία την εξώπορτα και άγριες φωνές  στα Γερμανικά συνόδευαν τις βροντές.
Η Γκεστάπο εισέβαλε στην οικία.
Την ίδια ακριβώς ώρα το ίδιο ακριβώς συνέβαινε σε τουλάχιστον άλλα τριάντα σπίτια αστών της πόλης μας.
Συνέλαβαν τον πατέρα μου, δικηγόρο τότε, και άλλους τριάντα περίπου από τον ανθό της Αναπλιώτικης αστικής κοινωνίας.
Έπρεπε να τρομοκρατήσουν και τους πολίτες που ζούσαν στις μικρές πόλεις. Φαίνεται ότι είχαν αρχίσει να φοβούνται πολύ οι Ναζήδες.
Τους έπιασαν ως ομήρους.
Οι καλοθελητές της πόλης είχαν δώσει τον κατάλογο με τα ονόματα.
Οδηγήθηκαν για μερικές ώρες στο Βενετσιάνικο κτήριο δίπλα στην Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, που τότε λειτουργούσε και ως φυλακές των ναζί.
Το ίδιο  βράδυ με καμιόνια τους οδήγησαν στην Τρίπολη, εκεί που τώρα είναι το στρατόπεδο.
Η μάνα του πατέρα μου τυφλή. Ο πατέρας του πεθαμένος από καιρό. Ο αδελφός του στην παρανομία (αν νομιμότης ήταν το Γερμανικό status)
Η μικρή του αδελφή μόλις είκοσι και κάτι ανέλαβε δράση.
Την επόμενη με χίλιους κόπους κατάφερε να ακολουθήσει στην Τρίπολη.
Κάθε μεσημέρι στην είσοδο του στρατοπέδου με το φαγητό ανά χείρας για τον αδελφό της. Μαζί της και εκατοντάδες άλλες μανάδες, γυναίκες, αρραβωνιαστικές και αδελφές των ομήρων.
Και όλοι περίμεναν τον φρουρό να διαβάσει τα ονόματα.
Από ένα χαρτί ανήγγειλε τα ονόματα των κρατουμένων που δεν χρειαζόντουσαν φαγητό αφού βρισκόντουσαν πλέον στην χορεία των ηρώων εκεί ψηλά.
Οι στιγμές τραγικές. Τώρα σκέφτομαι αν ήταν καλύτερα να είσαι έγκλειστος μαζί με όλους τους άλλους φιλοπάτριδες νέους ή απέξω να περιμένεις την ανάγνωση της τραγικής λίστας.
Κάθε μέρα αυτό.
Και δεν θα ήταν δυνατόν να το αντέξει  εάν οι Αναπλιώτες που ζούσαν στην Τρίπολη δεν στεκόντουσαν ηθικά και όχι μόνον πλάι της. Όλοι άνοιξαν τα σπίτια τους και τις καρδιές τους για τους συμπατριώτες τους που βρέθηκαν στην γειτονική μας πόλη κάτω από αυτές τις περιστάσεις.
Προσπάθησαν να βοηθήσουν με τις όποιες γνωριμίες τους. Φιλοξένησαν στα σπίτια τους τους συγγενείς των ομήρων. Στερήθηκαν το δικό τους φαγητό για να πάει το καλύτερο δυνατόν γεύμα στους αδελφούς Αναπλιώτες στο κρατητήριο. Και έφτανε το φαγητό στους νέους Ναυπλιείς εφ΄όσον δεν είχε ακούστεί το όνομα του που ακολουθείτο από την στριγγιά εντολή: "ράους"
Ο πατέρας μου σώθηκε. Για να σας γράφω σήμερα είναι μάλλον  περιττό να σας πω ότι δεν εκτελέσθηκε, όπως πολλοί άλλοι από τον ίδιο τον θάλαμό του.
Όμως τα τραύματα στην ψυχή της αδελφής του έμειναν ανεξίτηλα μέχρι σήμερα που πέταξε για να τον συναντήσει. Πριν από μία βδομάδα μου τα ιστορούσε για μία ακόμα φορά όλα αυτά.
Όμως πάντοτε πρόσθετε ότι και η άλλη πλευρά υπέφερε από τις υπερβολές και τις βιαιότητες. Και πάντοτε με συμβούλευε να μην φανατίζομαι.
Παρότι  μετά τα φριχτά αυτά στην Τρίπολη, έζησε και την αγωνία στα Δικαστήρια των Αθηνών ότι ο άλλος της αδελφός θα καταδικαζόταν σε θάνατο και θα εκτελείτο.
Και θα καταδικαζόταν και θα εκτελείτο από Ελληνες ως προδότης, παρότι ήταν στην πρώτη γραμμή του πολέμου του σαράντα.
Ποιος; Ο γόνος μια αστικής οικογένειας, που, ίσως, θα μπορούσε να λουφάρει.
Όπως πολλοί άλλοι απέφυγαν την στράτευση ή έμειναν στα μετόπισθεν και που μετά παρίσταναν τους  εθνικώς φρονούντες.
Αυτή ήταν η θεία μου, Ευδοκία Καραπαύλου. 
Αρχόντισσα του Ναυπλίου μέχρι το τέλος της ζωής της στα 98 της χρόνια. Αρχόντισσα με την ουσιαστική έννοια του όρου, όπως η μάνα της και οι γιαγιάδες της
Θα μπορούσα και άλλα πολλά να διηγηθώ για την καθημερινότητά της.
Την αποχαιρετώ.
Δυστυχώς σπανίζουν πλέον τέτοια άτομα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου